Δικαστικές αποφάσεις 2019 /10 Ιουνίου 2019
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές, ……….., Πρόεδρο Πρωτοδικών-Εισηγήτρια, …………., Πρωτόδικη, ……………., Πρωτόδικη και από την Γραμματέα ………….
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ..η-…-2019 για να δικάσει την υπόθεση: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής αρ.4 με ΑΦΜ 094014298, νομίμως εκπροσωπουμένης, τόσο ατομικά, όσο και ως ειδική διάδοχος, σύμφωνα με την υπ’αριθμ.66/3/26-23-2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, του υπ’ αριθμ. 96/26-3-2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’αριθμ. 4640/26-3-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την από 26-3-2013 σύμβαση, της με αριθμό ΧΡ_46103609/22-3-2011 σύμβασης χορήγησης χρεωλυτικού δανείου, η οποία μεταβιβάστηκε στην «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» από την Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ» («CUPRUS BANK LIMITED»), που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου, οδός Στασινού αρ.51, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ……
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) ……… του ….., με ΑΦΜ ……. και 2) ……. του …., με ΑΦΜ …………………, αμφοτέρων κατοίκων ……… Κρήτης, οδός …….. αρ…., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ………..
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από …-…-2019 αίτησή της, που κατατέθηκε στην Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό κατάθεσης …../2019 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …../2019 και της οποίας η συζήτηση προσδιορίσθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά την συζήτηση της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Το δικαστήριο της κύριας δίκης, δηλαδή αυτό που είναι αρμόδιο να κρίνει δεσμευτικά το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα ή έννομη σχέση, ανακαλεί (εν όλω ή εν μέρει) ή μεταρρυθμίζει την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της κύριας υπόθεσης, ανεξαρτήτως στάσης δίκης αλλά και μεταβολής των πραγμάτων, δηλαδή και για νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της απόφασης. Έτσι η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση κατά το άρθρ. 697 ΚΠολΔ (και αναλόγως και κατά το άρθρ. 702§2εδ.β ΚΠολΔ) λειτουργεί ως υποκατάστατο της έφεσης. Ο λόγος για τον οποίο αναγνωρίζεται στο δικαστήριο της κύριας δίκης η διευρυμένη αυτή εξουσία ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων οφείλεται στη νομοθετική σκέψη ότι το δικαστήριο αυτό έχει την πλήρη εποπτεία του πραγματικού και νομικού υλικού της υπόθεσης και επομένως πρέπει να έχει και τη δυνατότητα, κάμπτοντας το δεδικασμένο, να ανακαλεί ή να μεταρρυθμίζει τις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, όταν διαπιστώνει σ’ αυτές νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες. Ωστόσο το δικαστήριο της κύριας δίκης έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει στη βάση αυτή την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων όχι ευθύς με την έναρξη της εκκρεμοδικίας της κύριας υπόθεσης, αλλά το πρώτο κατά τη συζήτησή της. Επομένως με συσταλτική 2ο φύλλο της με αριθμό …. /2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) ερμηνεία του άρθρ. 697 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δικαστήριο της κύριας δίκης ανακαλεί ή μεταρρυθμίζει απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ανεξαρτήτως μεταβολής των πραγμάτων μόνον αν η σχετική αίτηση συζητείται στο δικαστήριο αυτό συγχρόνως με την κύρια υπόθεση ή μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της, αφού μόνον τότε υπάρχει πλήρης εποπτεία του νομικού και πραγματικού υλικού της υπόθεσης, ώστε να δικαιολογείται η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων για οποιοδήποτε λόγο. Αντίθετα αν η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης συζητείται από το δικαστήριο της κύριας δίκης πριν από την πρώτη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, απαιτείται για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων μεταβολή των πραγμάτων ή περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 696§1 ΚΠολΔ (η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης κατά το άρθρ. 696§1 ΚΠολΔ δεν επηρεάζεται από την εκκρεμοδικία της κύριας υπόθεσης). Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή καταστρατηγείται και η ρύθμιση του άρθρ. 696§3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων διατηρεί και μετά την εκκρεμοδικία της κύριας υπόθεσης μέχρι την πρώτη συζήτησή της την αρμοδιότητά του για ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασής του, παράλληλα με την όμοια αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κύριας δίκης. Αντίστοιχα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δικαστήριο της κύριας δίκης μπορεί μεν και χωρίς μεταβολή των πραγμάτων να ανακαλέσει απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, παρόλο που απορρίφθηκε προηγουμένως άλλη αίτηση ανάκλησης της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε, όμως και πάλι έχει τη δυνατότητα αυτή μόνον από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης και ακολούθως κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο της κύριας δίκης εμποδίζεται από το προσωρινό δεδικασμένο να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει χωρίς μεταβολή των πραγμάτων απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε κατά τα άρθρ. 684, 686§5 ΚΠολΔ στο πλαίσιο της κύριας δίκης και επομένως καλύπτεται με πρόσθετες εγγυήσεις ορθής κρίσης. Η απόφαση δηλαδή ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε από το δικαστήριο της κύριας δίκης, ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται από το ίδιο δικασιήριο ή και ανώτερο, στο οποίο εκκρεμεί ήδη η κύρια υπόθεση, μόνον εφόσον συντρέχει μεταβολή των πραγμάτων ή περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 696§1 ΚΠολΔ. Το προσωρινό επίσης δεδικασμένο εμποδίζει το δικαστήριο της κύριας δίκης να εξετάσει νέα αίτηση ανάκλησης που στηρίζεται στον ίδιο λόγο με αίτηση ανάκληση που ήδη απέρριψε το δικαστήριο αυτό. Εξ άλλου ενδέχεται το δικαστήριο της κύριας δίκης να είναι κατώτερο από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (λ.χ. ασφαλιστικά μέτρα από το μονομελές πρωτοδικείο σε υπόθεση αρμοδιότητας κανονικά του ειρηνοδικείου ή ασφαλιστικά μέτρα νομής από το πολυμελές πρωτοδικείο κατ’ έφεση, όταν αρμόδιο για την κύρια υπόθεση είναι το μονομελές πρωτοδικείο κατά το άρθρ. 16 αριθ. 13 ΚΠολΔ). Στις σχετικές περιπτώσεις η ενδοδιαδικαστική δέσμευση από το δόγμα της ιεραρχίας εμποδίζει γενικώς την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων από το κατώτερο δικαστήριο της κύριας δίκης νια νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης. Δεν θίγεται όμως το ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, όταν η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση της απόφασής του ασφαλιστικών μέτρων από το κατώτερο δικαστήριο βασίζεται σε μεταβολή των πραγμάτων. (Ζητήματα Ερμηνείας και εφαρμογής των ασφαλιστικών μέτρων-Εισήγηση Δ.Κράνη, Αρεοπαγίτη, σε Ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας την 7-12-2012, αρ.5,6, προσκομιζόμενη, ΕφΠειρ 1165/2001, ΜΠΡοδ 1/2012, ΜΠΔραμ 107/2010 ΝΟΜΟΣ)
Η αιτούσα με την υπό κρίση αίτησή της εκθέτει ότι κατόπιν της από …- …-2018 (…../…../…..) αίτησης των καθ’ ων, με την οποία ζητούσαν α) να υποχρεωθεί η νυν αιτούσα να παραλείψει προσωρινά τη λήψη οποιουδήποτε καταδιωκτικού μέτρου εις βάρος τους, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης ή οριστικής απόφασης, επί της παρατιθεμένης στην αίτηση από …-…-2018 αγωγής τους, η οποία έχει ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προς αναπροσαρμογή της μη προσδιοριζομένης στο διατακτικό της αίτησης δανειακής σύμβασης, εκ των τριών επικαλουμένων επίδικων δανειακών συμβάσεων και β) να διαταχθεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης ή οριστικής απόφασης επί της ίδια αγωγής τους προς αναπροσαρμογή της επίσης μη προσδιοριζομένης στο διατακτικό της αίτησης δανειακής σύμβασης, η διατήρηση της υπάρχουσας νομικής και πραγματικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους και η απαγόρευση αλλοίωσης ή μείωσης αυτής, εκδόθηκε, ερήμην των αιτούντων, η με αριθμό …/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που απαγόρευσε κάθε μεταβολή της υπάρχουσας νομικής και πραγματικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 22-10-2018 αγωγής φύλλο της με αριθμό …… /2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) τους. Ζητεί δε, επικαλούμενη νομικές πλημμέλειες της με αριθμό …./2019 απόφασης, να ανακληθεί αυτή, να απορριφθεί η από …-..-2019 (…../…../2018) αίτηση των καθ’ ων και να καταδικαστούν οι καθ’ ων η αίτηση στα δικαστικά της έξοδα.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρ. 684 και 697 ΚΠολΔ). Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η υπό κρίση αίτηση ανάκλησης συζητείται πριν από την πρώτη συζήτηση της, κύριας υπόθεσης (ήτοι της από …-…-2018 .././2018 αγωγής, η οποία επιδόθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμόν ……/…-…-2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………….., που προσκομίσθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση) και συνακόλουθα, για την ανάκληση της υπ’ αριθμόν …./2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, θα απαιτείτο μεταβολή των πραγμάτων ή περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 696§1 ΚΠολΔ, γεγονός, που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν εκθέτει κάτι τέτοιο, ούτε εξάλλου συνιστά μεταβολή των πραγμάτων η εκτιθέμενη στην αίτηση ύπαρξη νομικών σφαλμάτων της αποφάσεως.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων σε βάρος της αιτούσας, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμως υποβληθέντος αιτήματος των καθ’ ων, όπως καθορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό [άρθρ. 176 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
–ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
–ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
–ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ [250].
–Κρίθηκε και αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 10 -6-2019.
