Δικαστικές αποφάσεις 2019 / 11 Ιουνίου 2019
ΑΡΙΘΜΟΣ ……….
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη …………, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την Γραμματέα ……..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …-…-2019 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ :
Των ανακοπτόντων : 1) ………….. του …….. κατοίκου ……..Αττικής που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και 2) ……………….. του ……. κατοίκου ………… που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της …………
Της καθ’ης η ανακοπή : Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΑΑΑΔΟΣ Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της …….
Οι ανακόπτοντες με την από …-….-2018 ανακοπή τους που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό …..2018 ζήτησαν όσα περιέχονται σ’ αυτή .
Για τη συζήτηση της υπόθεσης ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας .
Για την προκείμενη συζήτηση και μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, το Δικαστήριο αφού
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση ανακοπή και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν επιδιώκεται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……/2018 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθ’ης, με βάση οφειλή των ανακοπτόντων, ποσού 4.383,34 ευρώ πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, απορρέουσας από σύμβαση χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου. Η ανακοπή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 632 παρ. 1 εδ. α του ήδη ισχύοντος ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (632 παρ.2, 614 επομ.,585 παρ.1, 591 ΚΠΟΛΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του αρ. 632 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ), πλην των αιτημάτων περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των αναφερομένων στο αιτητικό αυτής όρων της σύμβασης ως παρανόμων, που πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα, δεδομένου ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 §§ .1 και 2, 628 § 1 α’, 629 εδ. α και 633 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, είναι το έγκυρο ή μη της έκδοσης της τελευταίας (ΜΠρΘεσσαλ 7968/2013 Α’Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 632 παρ.2 ΚΠολΔ, προθεσμίας των 15 εργάσιμων ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής (βλ. τις υπ’ αριθ…….Ε’ και … Ε’/ …..2018 εκθέσεις επίδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………. και την από …-….1-2018 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ……… στο αντίγραφο της κρινόμενης ανακοπής) Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. (αρ.633 παρ.1 ΚΠΟΛΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος και ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να υποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Ειδικότερα από τα έγγραφα αυτά πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύψος της σχετικής αξιώσεως, το ληξιπρόθεσμό της και η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του οφειλέτη. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν υποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 43/2005 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου, η διαταγή πληρωμής. Η ύπαρξη της απαίτησης δεν αποτελεί στην περίπτωση αυτή προδικαστικό ζήτημα για την παραδοχή της ανακοπής και ως εκ τούτου δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο της ανακοπής. Εξ αυτού παρέπεται ότι η απόφαση που δέχεται την ανακοπή, επειδή δεν συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής, δημιουργεί δεδικασμένο, που περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή μη της διαταγής πληρωμής και δεν εκτείνεται στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης (ΟλΑΠ 10/1977, ΑΠ 1102/2008, ΑΠ 1114/2002, ΕφΔωδ 184/2007, ΕφΔωδ 122/2006 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, η καταγγελία της συμβάσεως είναι το διαπλαστικό δικαίωμα του δικαιούχου με μονομερή πράξη ταυ να καταργήσει την έννομη σχέση. Είναι επομένως μονομερής δήλωση βουλήσεως, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 167 ΑΚ, τελειούται μόλις περιέλθει στον τρίτο (απευθυντέα) (ΠΠΡεθομ 55/2004 ΝΟΜΟΣ, Μπαλής, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, παρ. 28,32,33). Όταν στην καταγγελία προβαίνει νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του κατά τις διατάξεις των άρθρων 67,68 και 70 ΑΚ Διαφορετικά, αν δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (Α.Π. 1401/2014) και κατ’ άλλη άποψη άκυρη (Α.Π. 1268/2009). Εξάλλου κατά το άρθρο 18 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920 “περί ανωνύμων εταιρειών” η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό της συμβούλιο που ενεργεί συλλογικά, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67,68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (Α.Π.541/2018, Α.Π. 1401/2014). Με τον πρώτο λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, διότι εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς να αποδεικνύεται η απαίτηση από έγγραφα, εφ’ όσον η καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη, διότι από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της, δεν προκύπτει ότι οι τραπεζικοί υπάλληλοι που υπέγραψαν τις από ..-….2017 καταγγελίες είχαν την εξουσιοδότηση -πληρεξουσιότητα από το διοικητικό συμβούλιο της καθ’ης να προβούν στην ενέργεια αυτή, Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στην διάταξη του ως άνω άρθρου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που μετ’ επικλήσεως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ά. 336 παρ. 3,339 και 395 ΚΠολΔ, ΑΠ 1286/2003, ΕλλΔ/νη 2005, σελ. 406), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την υπ’ αριθμ. …../….-…-2005 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμφωνα με την οποία χορηγήθηκε στους ανακόπτοντες πίστωση μέχρι του ποσού των 80.000 ευρώ, υπογράφοντας και τους σχετικούς όρους της σύμβασης. Προς τον σκοπό αυτό ανοίχτηκε από την καθ’ης ο υπ’ αριθμ. ….. λογαριασμός, Την …-…-2017 η καθ’ης έκλεισε τον λογαριασμό που εμφάνιζε σε βάρος των ανακοπτόντων χρεωστικό κατάλοιπο ύψους 4.383,34 ευρώ. Ακολούθως η καθ’ης κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση με τις από ..-…-2017 καταγγελίες της, οι οποίες επιδόθηκαν στους ανακόπτοντες στις …-…-2017. Τις καταγγελίες αυτές φέρεται να τις έχουν υπογράψει για λογαριασμό της καθ’ης, δύο υπάλληλοι της η …………. και η ……….., χωρίς όμως να προσκομίζονται τα έγγραφα που τις νομιμοποιούν προς τούτο, όπως απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, δημοσιευμένη σε ΦΕΚ από την οποία να προκύπτει ότι έχουν ανατεθεί στις συγκεκριμένες υπαλλήλους καθήκοντα εκπροσωπήσεως εταιρικών υποθέσεων της καθ’ης, ώστε ενεργώντας καθ’ υποκατάσταση αυτής και ως όργανα εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της καθ’ης εταιρίας, εγκύρως να προέβησαν υπό την ιδιότητά τους αυτή στις εν λόγω καταγγελίες. Επομένως αφού δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι οι ως άνω υπάλληλοι της καθ’ης νομιμοποιούνταν να καταγγείλουν την επίδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, η γενόμενες από αυτές καταγγελίες δεν είχαν καμία έννομη συνέπεια ως προς την ισχύ της σύμβασης. Συνακόλουθα δε, η καθ’ης δεν είχε δικαίωμα να επιδιώξει την είσπραξη του οφειλόμενου σ’ αυτήν ποσού από τους ανακόπτοντες με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι η δυνατότητά της αυτή προϋπόθετε, σύμφωνα με τον όρο αρ. 9 της σύμβασης, την προηγούμενη καταγγελία της επίδικης σύμβασης που είχε υπογραφεί από τους ανακόπτοντες. Οι από ..-..-2017 καταγγελίες της καθ’ης δεν είναι νόμιμες και δεν επέφεραν τη λύση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως και επομένως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής Ως εκ τούτου η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. …../2018 διαταγή πληρωμής, παρελκομένης της εξέτασης των υπολοίπων λόγων της, οι οποίοι κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, και να καταδικαστεί η καθ’ης στη δικαστική δαπάνη των ανακοπτόντων λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται την ανακοπή στο σύνολο της.
Ακυρώνει την με αριθμό ……/2018 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της καθ’ης τα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Κρίθηκε , αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2019
